ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΡΩΤΗΣΗ. ΑΠΟ ΤΟ ΓΙΑΤΙ, ΣΤΟ ΠΩΣ.
Ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα που κάνουμε στην καθημερινή μας ζωή, είναι ότι όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα πρόβλημα, αφιερώνουμε χρόνο στην ερώτηση «γιατί». Αυτό μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Μπορεί να αναρωτιέμαι γιατί είμαι θλιμμένος, γιατί δεν έπραξα διαφορετικά ώστε να μην φτάσω στη δυσάρεστη θέση στην οποία βρίσκομαι, γιατί δεν πρόσεχα περισσότερο, γιατί δεν μπορώ να ξεφύγω.
Η αλήθεια είναι ότι η ερωτήσεις οι οποίες περιλαμβάνουν τη λέξη «γιατί», σπάνια βοηθάνε. Οι πραγματικά βοηθητικές ερωτήσεις, περιλαμβάνουν τη λέξη «πώς». Όταν αναρωτιέμαι, ή με ρωτάνε «γιατί», ουσιαστικά ψάχνω να βρω τους λόγους. Ποιοι είναι οι λόγοι που είμαι θλιμμένος; Από πότε ξεκίνησα να είμαι θλιμμένος και ποια εξωτερικά γεγονότα ευθύνονται για αυτό; Μπορώ να σπαταλήσω χρόνια ολόκληρα από τη ζωή μου ψάχνοντας το «γιατί», πρωτού διαπιστώσω ότι τελικά το μόνο που κάνω όλα αυτά τα χρόνια είναι να παραμένω θλιμμένος ενώ ταυτόχρονα αναρωτιέμαι γιατί.
Όταν η ερώτηση στηρίζεται στη λέξη «πώς», ψάχνω να βρω τους τρόπους. Αυτό το οποίο θα μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε προβλήματα, είναι σχεδόν πάντα οι τρόποι και όχι οι λόγοι. Δεν έχει σημασία γιατί είμαι θλιμμένος. Αυτό το οποίο θα έπρεπε να με απασχολεί, είναι το «με ποιο τρόπο καταφέρνω να παραμένω θλιμμένος».
Οι Συστημικοί Θεραπευτές εξηγούν το παραπάνω με μια πολύ απλή πρόταση: «Η δομή του προβλήματος, είναι διαφορετική από τη δομή της λύσης». Ας σκεφτούμε για παράδειγμα ότι μου πέφτει ένα ποτήρι γεμάτο νερό και σπάει στο πάτωμα. Το πρόβλημα είναι σαφές: Έχω ένα πάτωμα γεμάτο νερά και γυαλιά. Αυτό που κάνουμε όταν εντοπίζουμε αυτό το πρόβλημα στη συναισθηματική μας ζωή, όσο παράλογο και να ακούγεται, είναι ότι ξεκινάμε να αναρωτιόμαστε «γιατί».
Γιατί μου έπεσε το ποτήρι; Ήμουν απρόσεκτος; Γλυστρούσε; Ήταν στραβή η επιφάνεια στην οποία πήγα να το τοποθετήσω; ποια συγκεκριμένα γεγονότα και πράξεις οδήγησαν στην πτώση του; Μπορώ να αναρωτιέμαι για πάντα. Το μόνο πράγμα το οποίο θα καταφέρω με βεβαιότητα είναι να μην λύσω το πρόβλημα. Τα γυαλιά και το νερό θα παραμένουν στο πάτωμα.
Προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα, πρέπει να διαπιστώσω ότι οι λόγοι για τους οποίους έπεσε το ποτήρι, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το πως θα μαζέψω τα κομμάτια του. Η δομή του προβλήματος περιλαμβάνει ίσως όλα όσα περιγράψαμε παραπάνω, αλλά η δομή της λύσης του είναι εντελώς διαφορετική: Περιλαμβάνει σκούπα, φαράσι και σφουγγαρίστρα.
Ενώ τα παραπάνω είναι προφανή στο πρόβλημα με το ποτήρι, όταν είμαι θλιμμένος για κάποιο λόγο τα ξεχνάω. Αναρωτιέμαι ξανά και ξανά «γιατί είμαι θλιμμένος», ενώ αυτό που θα έπρεπε να κάνω είναι να πιάσω τη σφουγγαρίστρα: Πώς θα καταφέρω να πάψω να είμαι θλιμμένος, είναι η ερώτηση που θα έπρεπε να με απασχολεί.
Μεταφορά της ευθύνης προς τα έξω
Ας υποθέσουμε ότι έχω ένα πελάτη ο οποίος διαμαρτύρεται ότι περνάει τη μέρα του θυμωμένος. Μπορώ να τον ρωτήσω: «Γιατί θυμώνεις;». Η απάντηση θα είναι σχεδόν πάντα κάτι του στυλ «Γιατί η γυναίκα μου δε με καταλαβαίνει», «Γιατί τα παιδιά μου δεν κάνουν ησυχία», «Επειδή το αφεντικό μου, με αδικεί». Μια απάντηση δηλαδή η οποία μεταφέρει την ευθύνη στους άλλους αφού αναφέρεται σε κάτι το οποίο κάνει κάποιος τρίτος.
Εάν όμως αλλάξω την ερώτηση στην εξής: «Πώς καταφέρνεις να παραμένεις θυμωμένος;», τότε η απάντηση αλλάζει. Μπορεί να είναι κάτι του στυλ «Σκέφτομαι ότι η γυναίκα μου δε με καταλαβαίνει». Μπορεί εκ πρώτης όψεως να ακούγεται αρκετά κοντινή στην προηγούμενη απάντηση, όμως δεν είναι.
Εδώ η ευθύνη βρίσκεται μέσα στο άτομο το οποίο θυμώνει. Αμέσως έχει παραδεχθεί ότι υπάρχει κάτι εξαιρετικά συγκεκριμένο το οποίο πρέπει να σκεφτεί για να θυμώσει, και διαπιστώνει ότι ο θυμός δε προκαλείται από την πράξη κάποιου άλλου, αλλά από το ότι ο ίδιος κατευθύνει τη σκέψη του σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο. Από αυτό το σημείο μπορούμε να δουλέψουμε, γιατί είναι ένα σημείο το οποίο ελέγχεται από τον ίδιο και όχι από κάποιον άλλο.
Το να καταλάβω ότι ο έλεγχος βρίσκεται μέσα σε εμένα, μου επιτρέπει να αλλάξω τα πράγματα και να λύσω το πρόβλημά το οποίο με βασανίζει. Το να προσπαθώ να μεταφέρω τον έλεγχο έξω από εμένα (στη σύζυγο η οποία με θυμώνει), με οδηγεί στο να προσπαθώ να αλλάξω τους άλλους προκειμένου να είμαι εγώ καλά.
Την επόμενη φορά που θα σας απασχολεί κάτι, προσπαθήστε να αλλάξετε την ερώτηση από το «γιατί» στο «πως» και γράψτε μας στα σχόλιά σας, τι αλλαγές παρατηρείτε.
Άρθρο: Γιώργος Παραδείσης
Ψυχολόγος
Ας αφήσουμε επιτέλους τα παιδιά μας να είναι παιδιά!
Θυμάστε καθόλου την ουσία της παιδικότητας; Τι είναι αυτό που κάνει ένα παιδί παιδί; Παιδική ηλικία είναι η θύμηση ενός απλωμένου… κόσμου, τότε που υπήρχαν στιγμές γεμάτες, χωρίς χθες και αύριο, τότε που χανόταν ο χρόνος.
Το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο νου όταν προσπαθώ να θυμηθώ την παιδική ηλικία είναι παιχνίδι χωρίς κανόνες, χωρίς ρολόι, χωρίς εμφανή στόχο και σκοπό, μια μέρα που δεν ξέρεις που θα σε βγάλει, που έχει την γοητεία να κατευθύνεται όπου θέλεις εσύ κάθε στιγμή, βουτηγμένη στον θαυμαστό, αθώο, εγωκεντρικό χωρόχρονο της παιδικότητας. Το roaming, η ελεύθερη, άσκοπη περιπλάνηση, χωρίς επιβαλλόμενη εξωτερική κατεύθυνση από τους μεγάλους, είναι η ουσία της παιδικότητας, το ζωτικό παιχνίδι των παιδιών κι αυτό που συστηματικά στερούμε από τα παιδιά μας σήμερα. Μικρά και μεγάλα παιδιά έχουν ανάγκη να πλάθουν εκ νέου τον κόσμο, να τον ανασυνθέτουν με τα υλικά της ψυχής τους, να πειραματίζονται ελεύθερα και να χάνονται μέσα στις δικές τους πρωτοβουλίες και θέλω.
Η περιπλάνηση μπορεί να είναι και κινητική, και νοητική. Να αφεθούν σε ένα ασφαλή χώρο, υπό την μακρινή επίβλεψη του γονιού, που πρέπει να επιβλέπει με τις ελάχιστες δυνατές παρεμβάσεις και μόνο για λόγους ασφάλειας του παιδιού, να παρακολουθεί σαν σκιά από μακριά, και να συμμετέχει μόνο εάν το παιδί το ζητά.
Πνίγουμε τα μικρά και μεγαλύτερα παιδιά από την συστηματική επιβολή του στενόμυαλου, «πρακτικού», «εξωτερικού» κόσμου των ενηλίκων. Κόβουμε συστηματικά την φαντασία τους, την ελεύθερή τους έκφραση. Βλέπω γονείς σε παιδικές χαρές να τρέχουν νήπια όποτε θέλουν εκείνοι από την κούνια στην τραμπάλα και στην τσουλήθρα.
Με μια καταιγίδα προσταγών και καταναγκαστικών ερωτήσεων. «Κάνε αυτό, κάνε εκείνο, μην κάνεις το άλλο», «θέλεις να κάνεις τσουλήθρα;» «Γιατί δε θέλεις να κάνεις τσουλήθρα;» «Κοίτα τα άλλα παιδιά κάνουν, εσύ γιατί δεν θέλεις;» και πολλά άλλα. Βλέπω μεγαλύτερα παιδιά σχολικής ηλικίας να κυκλοφορούν απονευρωμένα, να έχουν χάσει την παιδικότητα, πολυάσχολοι «γιάπηδες» όλη μέρα στα πρέπει του σχολείου, κατόπιν σε εκείνα του σπιτιού, σε αναρίθμητες οργανωμένες δραστηριότητες που τα στέλνουν οι γονείς τους με αναρίθμητους δασκάλους όλων των ειδών που τους μαθαίνουν τα πάντα, για να ξέρουν τα πάντα, και στο τέλος τίποτα.
Γιατί τίποτα δεν μπορεί να μάθει ένα παιδί χωρίς τη δική του αυτενέργεια. Πιο πολυάσχολα και από τους μπαμπάδες τους, διακτινίζονται κάθε μέρα σε φροντιστήρια, πισίνες, τένις, ωδεία, φροντιστήρια, διαβάζουν το βράδυ για την επόμενη μέρα. Το μαρτύριο δεν τελειώνει τις καθημερινές, που έτσι και αλλιώς τα περισσότερα παιδιά δεν βρίσκουν ούτε μια ώρα ελεύθερου, «άσκοπου» παιχνιδιού.
Το Σαββατοκύριακο θέλουμε πάλι να επιβάλλουμε τους κανόνες μας. Τα τρέχουμε και σε άλλες δραστηριότητες, και όταν παίζουμε μαζί τους επιβάλλουμε πάλι τους δικούς μας κανόνες, θα παίξουμε επιτραπέζιο με τους κανόνες των ενηλίκων, μέχρις ότου, όταν λογικά δείξουν ότι βαριούνται, θα τα παρκάρουμε στην τηλεόραση και θα φύγουμε. Μετά απορούμε γιατί τα παιδιά κολλάνε στο ίντερνετ και στα ηλεκτρονικά παιχνίδια: μήπως γιατί πρόκειται για ελάχιστες ευκαιρίες να ζήσουν λίγο άσκοπα, να κάνουν μια τουλάχιστον νοητική περιπλάνηση;
Πρόσφατα ήμουν σε ένα παιδικό πάρτι με τα παιδιά. Μπουχτισμένα όλη την εβδομάδα να υπακούουν σε κανόνες, έκαναν σαν τρελά για λίγη ώρα μέσα σε ένα χώρο 5 επί 5 σε παιδότοπο. Δεν κράτησε για πολύ, πολύ σύντομα ανέλαβε ένας κλόουν να «οργανώσει» τον χρόνο τους. Άρχισε πάλι μια καταιγίδα εντολών, «καθίστε εδώ», «χέρια ψηλά», «χειροκροτήστε», «έλα εσύ εδώ, φύγε εσύ» και πολλά άλλα. Ένα ένα έρχονταν στους γονείς τους με έκφραση βαρεμάρας και έλεγαν ότι ήθελαν να φύγουν. Κάποια διαμαρτύρονταν που τους έλεγαν συνέχεια τι να κάνουν. Και όταν τελείωνε ο κλόουν έρχονταν οι κοπέλες του παιδότοπου να τα ρωτάνε «θέλεις να παίξουμε κουνιστές καρέκλες;» «θέλεις να ζωγραφίσουμε;» «τίποτα δεν θέλεις, γιατί;».
Έτσι οι πολυάσχολοι όλη την εβδομάδα «γιάπηδες» έχουν για το σαββατοκύριακο πάρτι με ασφυκτικά οριοθετημένες οδηγίες και εντολές για χέρια ψηλά και χαμηλά, για επιβαλλόμενα χειροκροτήματα λες κι είναι στο κοινό ενός ριάλιτι σόου, κάνε αυτό, κάνε εκείνο, κάνε το άλλο, Χάιλ Χίτλερ. Και μετά απορούμε που δεν έχουμε κουλτούρα ενεργού πολίτη ως μεγάλοι και βρίσκουμε καταφύγιο σε άκρα.
Το τέλος της αθωότητας, ο αργός, καθημερινός θάνατος της παιδικότητας, η πολτοποίηση της ελευθερίας, ο εξοστρακισμός της ανεμελιάς από την ψυχή των παιδιών. Έστω και λίγες φορές την εβδομάδα, αντισταθείτε στην καταναγκαστική σας επιθυμία να επιβάλλετε πλήρως την ατζέντα στο παιδί σας. Κάντε ένα βήμα πίσω, αφήστε το να δράσει, ακολουθήστε το χωρίς παρεμβάσεις.
Αφήστε του χώρο και χρόνο να απλώσει το παιδί πάνω ελεύθερα την ψυχή του και να τη μεγαλώσει. Θυμηθείτε… τί ήταν για εσάς η παιδική ηλικία; Είμαι σίγουρος ότι ήταν ένα απόγευμα καλοκαιριού στην γειτονιά χωρίς αρχή μέση και τέλος, να είστε ελεύθεροι να παρατηρείτε τα σύννεφα για όση ώρα επιθυμείτε και να έρθουν τα χρώματα του βραδιού απλά και όμορφα πριν το καταλάβετε.
Στέλιος Παπαβέντσης, παιδίατρος
Οι συνέπειες της υπερπροστασίας στα παιδιά
Τι συμβαίνει στα παιδιά που δεν είναι ελεύθερα να λειτουργήσουν όπως θέλουν.
Αποφάσισα να γράψω για τις συνέπειες της υπερπροστασίας, όταν την προηγούμενη εβδομάδα ήμουνα στο πάρκο όπου δυο μητέρες μεγάλων παιδιών, περίπου 6-7 χρονών, κάνανε τα παιδιά τους κούνια στις μωρουδιακές κούνιες, και δεν τα αφήνανε να σκαρφαλώσουνε τα σχοινιά για να κάνουνε τσουλήθρα.
Το πρώτο συναίσθημα ήτανε αγανάκτηση για τα παιδιά αυτά που δεν ήτανε ελεύθερα να παίξουνε και να τρέξουνε όπως αυτά θα θέλανε. Σκέφτηκα μετά, πόσο σύνηθες είναι αυτό στη χώρα μας, πόσο συχνά ακούμε γονείς να φωνάζουνε, “μην τρέχεις θα χτυπήσεις”, “μη σκαρφαλώσεις θα πέσεις”, “πρόσεχε είναι επικίνδυνο”.....
Και πόσο πιο σπάνια ακούς ένα γονιό να παρακινεί το παιδί του να τολμήσει να κάνει καινούργια πράγματα, να του πει “μην φοβάσαι, προσπάθησε θα τα καταφέρεις”!
Άραγε, σκέφτομαι, ξέρουνε οι υπερπροστατευτικοί γονείς τις συνέπειες της συμπεριφοράς τους στο παιδί? Θέλω να πιστεύω πως όχι. Θέλω να πιστέψω πως αν ξέρανε πως το παιδί τους θα μεγαλώσει με φοβίες, με χαμηλή αυτοπεποίθηση και πως θα γίνει ένας άβουλος ενήλικας, θα αλλάζανε την γονική τους συμπεριφορά.
Οι υπερπροστατευτικοί γονείς γενικά θέλουνε και επιθυμούν αν γίνεται, το παιδί τους να μη βιώσει στενοχώρια, δυστυχία, πόνο, απόρριψη, αρνητικές εμπειρίες, γενικά αρνητικά συναισθήματα, αποτυχία και απογοήτευση. Οι ίδιοι θεωρούν πως με αυτόν το τρόπο προστατεύουν το παιδί τους.
Δεν αντιλαμβάνονται πως ακριβώς την ίδια στιγμή, του στερούν τις βασικές δεξιότητες που χρειάζεται να μάθει, και τόσο έχει ανάγκη, ώστε να δημιουργήσει μια υγιή προσωπικότητα και να μπορεί να αντιμετωπίζει τα προβλήματα στη ζωή του. Λέγοντας στο παιδί συνέχεια όχι, ή απαγορεύοντας καινούργια πράγματα, ή δραστηριότητες της ηλικίας του, όπως, π.χ. να μάθει ποδήλατο με 2 ρόδες, ασυνείδητα περνάνε μήνυμα πως “ο κόσμος δεν είναι ασφαλής και θα πρέπει πάντα να φοβάσαι”, και “δεν σε εμπιστεύομαι, διότι δεν είσαι ικανός να τα καταφέρεις”.
Το παιδί λοιπόν μεγαλώνει με τέτοιο τρόπο που θα φοβάται πάντα να παίρνει ρίσκα και αποφάσεις, και θα νιώθει ανίκανο να αντεπεξέλθει μόνο του στη ζωή. Δεν θα μπορέσει ποτέ να μάθει και να αναγνωρίσει τις πραγματικές του δυνατότητες.
Άλλα χαρακτηριστικά στη συμπεριφορά των υπερπροστατευτικών γονιών, είναι, να παίρνουνε αποφάσεις, που θα έπρεπε να παίρνουνε τα ίδια τα παιδιά, ανάλογα με την ηλικία τους, π.χ. να τους διαλέγουν τα ρούχα τους. Να λύνουν τα προβλήματα των παιδιών τους ή να παρεμβαίνουν συνεχώς στη ζωή τους.
Να μιλάνε και να τσακώνονται συνεχώς με τους δασκάλους, ή τους προπονητές κτλ...ώστε τα παιδιά τους να έχουνε ειδική μεταχείριση. Να επιτίθονται αμέσως σε όποιον τολμήσει να κριτικάρει το παιδί τους. ?Άλλα πολύ συνηθισμένα χαρακτηριστικά τους, να απαιτούνε από το παιδί να φέρεται όμορφα και σωστά, “σαν κυρία”, στην παρουσία ενηλίκων.
Να αντιδρούν υπερβολικά κάθε φορά που το παιδί πέσει, και ας μην χτυπήσει, να τρέχουνε να το παρηγορήσουνε. Να έχουνε πολύ αυστηρούς κανόνες όσο αναφορά την καθαριότητα, π.χ. να μην επιτρέπουνε στο παιδί να παίξει και να λερωθεί. Να έχουνε επίσης, πολύ αυστηρούς κανόνες στον τρόπο που μεγαλώνει, και αυστηρές τιμωρίες.
Το αποτέλεσμα λοιπόν είναι πως τα παιδιά αυτά μεγαλώνοντας δεν αντέχουνε τις στρεσογόνες καταστάσεις, και δεν ξέρουνε πως να τις χειριστούνε ή πως να ανταπεξέλθουνε σε αυτές. Δεν αντέχουνε επίσης καινούργιες καταστάσεις ή αλλαγές στη ζωή τους. Μπορεί επίσης να μεγαλώσουνε και να αντιδράνε πολύ άσχημα σε οποιαδήποτε μορφή εντολής από οποιονδήποτε. Να μην συμμορφώνονται ούτε στο σχολείο ούτε στη δουλειά τους. Να μην αντέχουνε καμία είδους πίεσης. Αυτό δημιουργεί πολύ σοβαρά προβλήματα, στο παιδί που θα γίνει έφηβος και μετά θα ενηλικιωθεί, όπως μεγάλο θυμό και κατάθλιψη, υπερβολική εξάρτηση, διαταραχές πρόσληψης τροφής, χαμηλή αυτοπεποίθηση, διαταραχή πανικού, και συναισθηματική απόσυρση.
Έχοντας στο νου όλα τα παραπάνω, οι υπερπροστατευτικοί γονείς χρειάζεται να γίνουνε πολύ πιο ελαστικοί στον τρόπο τους και στις αντιδράσεις τους, ώστε το παιδί τους να μεγαλώσει όσο πιο φυσιολογικά γίνεται, σε έναν ενήλικα που δεν φοβάται να πάρει αποφάσεις για τη ζωή του, και θα είναι ικανός να ανταπεξέλθει στις αντίξοες συνθήκες της καθημερινότητας του.
Ο γονικός ρόλος, είναι πολύ δύσκολος από μόνος του, χωρίς κανείς να προσθέτει επιπλέον άγχος για κάθε ανάγκη που έχει ένα παιδί. Άγχος που τελικά μεταδίδεται στο παιδί και γίνεται μέρος της προσωπικότητας του. Γίνεται ένα φοβικό παιδί.
Να είστε προσεκτικοί, να παρατηρείτε το παιδί με ηρεμία, και να έχετε λογικές απαιτήσεις.
Σοφία Αντύπα - Ψυχολόγος
Υπερπροστατευτικοί γονείς.
Ολοι οι γονείς αγαπάμε τα παιδιά μας. Ολοι θέλουμε το καλό τους. Θέλουμε να
καμαρώνουμε, να είναι καλά, γερά και υγειοί, να είναι καλοί και χρήσιμοι άνθρωποι. Μέχρι εδώ καλά..(για΄τι οχι;).
Εχουμε αναρωτηθεί όμως αν αντέχουμε την αποτυχία; Την αποτυχία τους και την αποτυχία μας; Αντέχουμε να διαψευστούν οι προσδοκίες μας, έστω και μια φορά; Να μην είναι καλοί μαθητές ή έστω να είναι μέτριοι, να κάνουν κάποια λάθη, να κάνουν βλακείες ή ακόμα περισσότερο να πάθουν κάτι, να πέσουν, να χτυπήσουν, να αρρωστήσουν;
Οχι αυτό δεν το αντέχουμε (ισως να μην το αντέχουμε ούτε καν να το διαβάζουμε σε αυτές τις γραμμές). Κι όμως σε αυτή τη ψυχολογική δυσανεξία οφείλεται συνήθως η υπερπροστατευτικότητα: δεν αντέχουμε την ιδέα του 'κακού' για τα παιδιά μας γι αυτό σπέυδουμε να τα προστατεύσουμε, πρίν απο αυτά για αυτά, απο κάθε κακοτοπιά. Μην πάθουν, μην μάθουν, μην, μην, μην...
Ως ενα βαθμό αυτό είναι το φυσιολογικό, το αναμενόμενο και απολύτως υγειές να κάνει ενας γονιός. Το πρόβλημα με την υπερπροστατευτικότητα ξεκινάει οταν η αγωνία και η επακόλουθη 'προστασία' φτάνουν σε υπερθετικό βαθμό. Οταν φτάνουμε στο σημείο να μην αφήνουμε το παιδί να κάνει τίποτα ή σχεδόν τίποτα για να μην εκτεθεί σε κανένα κίνδυνο, οταν δεν το αφήνουμε να βγεί απο το χρυσό κουκούλι που δηνιουργήσαμε για εκείνο, για το καλό του...
Τα παιδιά ομως με αυτό το τρόπο τα καθηλώνουμε σε ενα πρώιμο στάδιο ανάπτυξης, ασφαλές μέν, ανώριμο δε για να αντιμετωπίσουν τις εκάστοτε προκλήσεις της ηλικίας τους. Ετσι ξεκινάει ενας ανατροφοδοτούμενος φαύλος κύκλος οπου οσο πιο ανέτοιμος είναι κανείς τόσο πιο πολύ προστασία χρειάζεται και π΄΄αει λέγοντας....
Εν κατακλέιδι, κατανοώντας τη δυσκολία, θα πρέπει να δίνουμε στα παιδιά τον
κατάλληλο, τον απαράιτητο χώρο, ωστε κάθε φορά να αναπτύσσονται και ετσι σιγά-σιγά να μπορούν να αναλάβουν τα ίδια την ευθύνη του εαυτού τους. Να γίνουν δηλαδή ώριμοι ενήλικες και υπεύθυνοι πολίτες.
Ο Γιάννης Ξηντάρας είναι πτυχιούχος Ψυχολογίας από το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Επιστημονικός Υπεύθυνος στο Κέντρο Συμβουλευτικής και Ψυχολογικής Υποστήριξης «Επαφή». Μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Εφηβικής Ιατρικής & του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων.
Πώς να μιλήσουμε στα παιδιά μας για μια απώλεια.
λέγοντας μόνο τα εξής:
«Πολύ απλά, κοιτώντας στα μάτια και εξηγώντας τους την αλήθεια!»
Πόσο θα ήθελα να μείνω μόνο σε αυτές τις λίγες λέξεις….
Πραγματικά πιστεύω ότι δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Οι αναλύσεις, οι δικαιολογίες, οι υπεκφυγές και πάνω από όλα τα ψέματα και η παραποίηση της αλήθειας, το μόνο που προσφέρουν είναι να δυσκολεύουν τα πράγματα. Και είναι μάλλον η δυσκολία των ενηλίκων να πουν τα πράγματα με το όνομά τους, που περιπλέκει την κατάσταση. Φοβόμαστε πως θα αντιδράσουν τα παιδιά, μην φοβηθούν, μην στενοχωρηθούν, μην κάνουν πίσω… Όμως κάποια πράγματα, ας το πάρουμε απόφαση, δεν μπορούμε να τα αποφύγουμε… Κάθε απώλεια, κάθε τέλος έχει πόνο. Αναπόφευκτα θα πονέσουμε,, θα πονέσουμε και εμείς και τα παιδιά μας. Δεν μπορούμε να τα προστατέψουμε από την αλήθεια. Μπορούμε όμως να τα στηρίξουμε κρατώντας τους το χέρι και κοιτώντας μαζί τα γεγονότα… και τα συναισθήματα που αναβλύζουν..
Τα παιδιά καταλαβαίνουν… όλοι το ξέρουμε αυτό, όλοι το αποδεχόμαστε, όταν όμως οι καταστάσεις ζορίσουν, κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε (…ότι καταλαβαίνουν)
Και το χειρότερο… Ακριβώς επειδή τα παιδιά καταλαβαίνουν με το να μην τους εξηγήσουμε πως έχουν τα πράγματα, τα αφήνουμε μόνα τους στις σκέψεις τους, χωρίς την δική μας στήριξη…. και τότε αναλαμβάνει η φαντασία. Και τότε φαντάζονται, μόνα τους, ό,τι θέλουν και συνήθως (σκεφτείτε απο τον εαυτό σας), βάζουν με το νου τους χειρότερα απ? ότι είναι….
Καλύτερα να τους μιλήσουμε εμείς, οι γονείς τους. Και καλύτερα να τους πούμε την αλήθεια. Και για το καλό τους να αντέξουμε μαζί με τον δικό μας και τον δικό τους πόνο, θλίψη, κλάμα……
Ο Γιάννης Ξηντάρας είναι πτυχιούχος Ψυχολογίας από το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Επιστημονικός Υπεύθυνος στο Κέντρο Συμβουλευτικής και Ψυχολογικής Υποστήριξης «Επαφή». Μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Εφηβικής Ιατρικής & του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου